- προπροκυλίνδομαι
- προ-προ-κυλίνδομαι, pass.; sich winden; τινός, sich vor jemandes Füßen flehend wälzen; sich fort u. fort in bedrängter Lage umhertreiben, umherirren
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προπροκυλίνδομαι — Α (επικ. τ.) (ως επιτατικό τού κυλίνδομαι) 1. εξακολουθώ να κυλιέμαι μπροστά στα πόδια κάποιου ως ικέτης, ικετεύω επίμονα κάποιον 2. περιφέρομαι συνεχώς από πόλη σε πόλη υφιστάμενος κακουχίες και απροστάτευτος … Dictionary of Greek
προπροκυλινδόμενον — προπροκυλίνδομαι keep rolling before pres part mp masc acc sg προπροκυλίνδομαι keep rolling before pres part mp neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
προπροκυλινδόμενοι — προπροκυλίνδομαι keep rolling before pres part mp masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
προπροκυλινδόμενος — προπροκυλίνδομαι keep rolling before pres part mp masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)